Τετάρτη, 17 Ιούνιος 2009

Η γυναίκα και η σκιά της

Γ. Ρόρρης, Γυναίκα και σκιά


Πού είναι η ομορφιά, μαμά;

Σκουπίδια στους ξέχειλους κάδους: καταναλώνουμε τις ζωούλες μας,
αφού τις θρέψουμε στοργικά με ζαμπόν και κατεψυγμένες πίτσες
πιο πάνω, στη γωνία διχοτομήθηκε ο σοβάς και το μπαλκόνι δείχνει τα σωθικά του
Σ’ αναβαθμούς το ξεθυμασμένο πράσινο φτάνει μέχρι το λεκιασμένο γαλάζιο

Ίσως ομορφιά να είναι οι κατακόκκινες μολόχες, εκεί στο μπαλκόνι του τρίτου,
μου απολογείσαι. Αστικό τοπίο, μάζωξη τόσων ανθρώπων κι αναγκών…

Πού είναι η δικαιοσύνη, μαμά;

Κι οι άνεργοι που ακόμα στοιβάζονται άτακτοι στα φιλάνθρωπα γραφεία του κράτους;
Φοβάμαι που κάποια μέρα σε στρατιές θα πλημμυρίσουν την ασφάλεια των
νοικοκυραίων. Αντί για παράσημα θα ’χουν περασμένα στα στήθη τους
τα χαρτάκια της αναμονής, τις προκηρύξεις για την τακτοποίηση σε μια επιβίωση ορισμένου χρόνου.

Μπορεί και να ’ναι για καλό, με καθησυχάζεις. Να κλείσουν οι χρωματιστές οθόνες
ν’ ανοίξουν τα κλειδωμένα μυαλά που αναπαύονται στους ανατομικούς καναπέδες τους.

Πού είναι τα καλοκαίρια, μαμά;

Πιο σκληρός αυτός ο δικός μας ήλιος. Στα γόνατα του Αιγίου, ανάμεσα στα ασβεστωμένα σοκάκια, rooms to let, θέα θάλασσα μόλις στρίψεις λίγο αριστερά το κεφάλι, ανάμεσα στην ανάσα του κορμιού και τη γεύση του παγωμένου καρπουζιού, όλα φαίνονται πιο διαυγή. Κι ας κάνεις κουμάντο όλο το χρόνο για μια βδομάδα στους κολπίσκους που κροταλίζουν τα βότσαλά τους στην πυρή αλμύρα.

Δεν υπάρχει ήλιος στα δικά μας στενά, είσαι κατηγορηματική. Ένα φως μάταιο είναι για να σηκώνεσαι το πρωί, να πίνεις τον καφέ σου μια αγκαλιά μακριά από τα ασπρόρουχα της διπλανής που μυρίζουν χημική, μαλακτική ευτυχία κι ύστερα να χώνεσαι στο σκοτεινό σου γραφείο, μην ξέροντας για χρόνια ολόκληρα τι παράγεις.

Πού είναι η ομορφιά, μαμά;

Να αποκρυπτογραφήσουμε το νόημα της εξέλιξης, να δούμε τα θαυμαστά έργα των ανθρώπων, να καταλάβουμε γιατί έχει νόημα ν’ ανοίξουμε κι άλλα άγουρα μάτια σ’ αυτό το πανάρχαιο γαϊτανάκι που κατέληξε να κλειστεί σε μια τόσο στενή λέξη. Επιβίωση.

buzz it!

Τετάρτη, 10 Ιούνιος 2009

Σκόρπιες σκέψεις για 2009 καλοκαίρια


Λιγότερο από δυο μήνες πλέον. Προς το παρόν θα μ’ ανεχθείς –εις βάρος της αδάμαστης ανεξαρτησίας που οσμίζομαι ότι θα έχεις- να σε σεργιανάω στην πόλη που ντύνεται την υγρασία, την πρώτη ζέστη του καλοκαιριού.
Τα κορίτσια ξεμπράτσωτα περπατούν με τα λεπτόφλουδα σανδάλια τους πάνω σε γλιτσιασμένα πεζοδρόμια. Τα αγόρια, μέσα από ανοιχτά φτιαγμένα αυτοκίνητα, μισόγυμνα μετά το μπάνιο, φλερτάρουν ξεδιάντροπα –φευ!- στο δίλεπτο της στάσης στο κόκκινο φανάρι.
Οι κομματικοί αρχηγοί κρέμονται από ψηλά ελαφρά παρταλιασμένοι, δείχνοντας με το δάκτυλο τους σύμμαχους και τους εχθρούς. Τώρα που αποσύρθηκαν από το τραπέζι τα μεγάλα συνθήματα, οι καφετζούδες ρίχνουν πασιέντζες για τον έρωτα. Είναι το πρόταγμα της εποχής.
Ευτυχώς μπαίνουμε στην απάθεια του καλοκαιριού. Υπάρχει κι αυτό το πρόσχημα. Κι εγώ μαζί, δεν με βγάζω απ’ έξω. Ίσως να μ’ έχεις απορροφήσει ολόκληρη, οι σκέψεις να βγαίνουν δύσκολα, ο ειρμός να σκοντάφτει σε φοβίες, ελπίδες, αγωνίες. Τα βιβλία μου χάσκουν, τα χείλια τους είναι γεμάτα σκόνη και υποσχέσεις. Τ’ ανοιγοκλείνω σαν ξεχαρβαλωμένο ακορντεόν. Κλείνω τα στόρια για να φυλακίσω τη δροσιά και μετράω τις μέρες. Η Τέχνη αναβάλλει τη σωτηρία μου. Ξυπνάω τα πρωινά για ν’ ακούσω τ’ αηδόνια της ρεματιάς, μέχρι να σωπάσουν κι αυτά όταν θα χτιστούν τα γύρω χωράφια με τ’ αγριόχορτα και τα καμένα γαϊδουράγκαθα.
Μπαίνουμε στο καλοκαίρι του 2009 κι εγώ ακούω τον απόηχο της επιθυμίας σας για τα νέα νερά, τα στραβόλαιμα αλμυρίκια και τις παγωμένες γρανίτες που θα βαστάξουν τις μνήμες σας, ώσπου να παλιώσουν λίγο πριν το καλοκαίρι του ’10.

buzz it!

Τρίτη, 2 Ιούνιος 2009

Ημέρα αδικαίωτης μνήμης




και το blog της κρατάει ακόμη

buzz it!

Κυριακή, 24 Μάϊος 2009

Πρώην Λίτσα


(To ξαναποστάρω γιατί είναι αρκούντως καλοκαιρινό και ανάλαφρο. Δυστυχώς αυτό το διάστημα προσπαθούσα να χτενίσω ένα παλιότερο θεατρικό μου και δεν έχω καμιά καινούργια, φρέσκια ιστορία να αφηγηθώ)

Η ιστορία έχει ως εξής: αποφασίσαμε κάποτε να περάσουμε τις διακοπές μας σε μια δροσερή βίλα στα ορεινά της Νίκαιας. Έβραζε ο τόπος στην Ελλάδα κι εμείς άρχοντες στην Γαλλία, χρειαζόμασταν τα βράδια κουβέρτα, άσε τα μακρυμάνικα που αναγκαστήκαμε να ξεθάψουμε από τον πάτο της βαλίτσας μας. Δροσιά που έμπαινε μέχρι μέσα στην ψυχή σου, ακόμη και στη δική μου που δεν φημίζεται για την ευκαμψία της, όπως έλεγε και μια παλιά μου γκόμενα.
Κοίταξε, από την αρχή δεν μου άρεσαν τα μούτρα τους. Ειδικά εκείνης. Άντε, ο άντρας της είχε κάτι το παιδικό στη συμπεριφορά του, που και πάλι μ’ έκανε να τον βλέπω με μισό μάτι –άντρας είσαι, ρε μαλάκα, δεν είσαι κάνα παιδαρέλι που πάει πρώτη μέρα στο σχολείο-, αλλά αυτή η γκιόσα μου στάθηκε στο λαιμό από την πρώτη μέρα. Αν ήταν να ξαναδιαλέξω, θα πήγαινα κάπου πιο φτωχικά και ταπεινά παρά σε τούτο το αριστοκρατικό προάστιο που είναι από έξω κούκλα κι από μέσα ζέχνει σαν πανούκλα. Αλλά ας όψεται το αίσθημα που ήθελε μεγαλεία και τα ρέστα.
Η Λίτσα, εξάλλου, ανέλαβε όλα τα διαδικαστικά, έψαξε στο ίντερνετ ως πιο τσακάλι στην τεχνολογία, βρήκε το «εξοχικό σπίτι δίπλα στο μεσαιωνικό χωριό Τουρέτ», αυτή έκανε και τις συνεννοήσεις στα αγγλικά, μια και ξέρει καλύτερα τη γλώσσα από μένα. Όλα καλά και άγια. Κλείσαμε και τα αεροπορικά για Νίκαια, νοικιάσαμε κι ένα μικρό σιτροέν για τις μετακινήσεις μας. Βασίλισσα η Λίτσα, όχι για να μην λένε και οι άλλες στο γραφείο ότι πάνε μόνο αυτές στην Ευρώπη. Σαν έφτασε η αποφράς ημέρα, ζωστήκαμε μπαγκάζια και βαλιτσάκια με όλες τι παραλλαγές των ρούχων –από θερινά μέχρι βαριά φθινοπωρινά-, πήραμε την πτήση μας και σε δυόμιση ώρες τριγυρνούσαμε στους δασωμένους δρόμους της επαρχίας alps-maritimes.
Εύκολα βρήκαμε το σπίτι και με το καλησπέρα σας, άρχισαν και τα όργανα. Μας υποδέχτηκε ο άντρας, ο Κλωντ που μας έδωσε μάλλον αδέξια το χέρι του, τουλάχιστον σε μένα. Και κάτι άλλο που μου έκανε εξ αρχής εντύπωση: η Λίτσα είναι μια πολύ σεξουαλική γυναίκα, θεωρητική πως το λένε, που δεν αφήνει κανέναν άντρα ασυγκίνητο· εννοώ ότι όλοι τα χάνουν σαν πρωτοβλέπουν ένα πόδι ενάμιση μέτρο και τα πλούσια μαύρα μαλλιά της που φτάνουν μέχρι τα τορνευτά καπούλια της. Αυτός ο Κλωντ, όμως, χαμπάρι δεν πήρε. Σκέφτηκα ότι μάλλον η γυναίκα του θα τον έχει υπό παρακολούθηση, για να διστάζει να ρίξει έστω και μια ματιά σε μια τέτοια γυναικάρα. Πάνω εκεί που σκεφτόμουν τα περί επιτήρησης του Κλωντ, νάσου έσκασε μύτη και η Κλωντίν, η σύζυξ. Κοίτα, ρε φίλε μου, πλάκα: Κλωντ και Κλωντίν, σα ντουέτο σε βαριετέ μου ακούστηκε, αλλά δάγκωσα τα χείλια μου, για να μην γελάσω την ώρα των συστάσεων κι έδωσα το χεράκι ευγενικά στην κοντοκουρεμένη πενηντάρα με το γερακίσιο μάτι. Η αρχική μου έκπληξη για τον Κλωντ, συνεχίστηκε με τη σύζυγο που με προσπέρασε βιαστικά και έπιασε το Λιτσάκι από την πλάτη για να της δείξει το σπίτι και τον κήπο.
Εντάξει, δεν είμαι κανένα ψώνιο, αλλά ξέρω ότι μετράω. Και δε νομίζω να περνάω απαρατήρητος, άντρας ένα ενενήντα με μαύρα μάτια, ωραίο χαμόγελο κι όλα τα μαλλιά μου, παρόλο που έχω πατημένα τα τριάντα εννιά. Αλλά η πενηντάρα ούτε να με φτύσει. Aυτοί οι αριστοκράτες εμάς τους παρακατιανούς μας έβλεπαν κάπως. Εντάξει, μας πέταξαν ένα ψίχουλο ευγένειας με τις χαιρετούρες και μετά μπουχός. Αλλά όχι και να μας αρχίσουν στις γρήγορες από την πρώτη σχεδόν μέρα. Γιατί με το που ξημέρωσε ο Θεός το πρωί, την ώρα που πήγαμε με το Λιτσάκι ωραία και καλά στη βεράντα να πάρουμε το πρωινό μας και να βάλουμε στο πλεμόνι μας λίγο καθαρό αέρα του βουνού, νάσου η γκιόσα μ’ ένα στραβό χαμόγελο.
- Ξέρετε, έχω αυτόν τον ξενώνα εδώ και πέντε χρόνια. Επένδυσα πολλά χρήματα για να τον φτιάξω και ήδη το σπίτι κοστίζει το διπλάσιο από την τιμή που το αγόρασα. Ήταν βέβαια λάθος μου που δεν άφησα στο δωμάτιό σας τους κανονισμούς της διαμονής σας εδώ, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Κάπου εκεί μέσα λέει και για τις ώρες κοινής ησυχίας στο σπίτι μας. Μελετήστε αυτό το φυλλάδιο μετά το πρωινό σας και τα ξαναλέμε. Αυτά μας είπε η Κλωντίν με μισοξυνισμένο ύφος κι έκανε μεταβολή κι έφυγε.
Τώρα να πω ότι δεν τα πήρα στο κρανίο, θα ήταν μάλλον ψέματα. Το ίδιο και η Λίτσα που με κοίταξε με το γνωστό ύφος του «κρατάτε με, θα την σκίσω». Αλλά είπαμε να κάνουμε το βλάκα για να μην χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας, με την πρώτη που ήρθαμε σε ξένο τόπο. Τελειώσαμε το πρωινό μας και πήραμε το κωλοφυλλάδιο μαζί με τη φωτογραφική μηχανή και τα μαγιό μας και την κάναμε για τα χαμηλά. Στη διαδρομή έφτιαξε η διάθεσή μας, όχι μόνο γιατί απολαμβάναμε τα μεσαιωνικά χωριά που συναντούσαμε, αλλά και γιατί η Λίτσα άρχισε να μου μεταφράζει τους «όρους για μια αγαστή συμβίωση στο σπίτι μας». Βρε αυτή, ούτε λίγο ούτε πολύ, ήθελε να κοιμόμαστε από τις δέκα, να μην κάνουμε μπάνιο μετά τις έντεκα το βράδυ, ως τις δέκα το βράδυ να κολυμπάμε και στην πισίνα, να στεγνώνουμε καλά μετά την πισίνα για να μην κάνουμε νερά στο σπίτι της, να μην τρώμε στο δωμάτιο, να μην καπνίζουμε παρά μόνο έξω και να μην κάνουμε χρήση του εσωτερικού του σπιτιού με εξαίρεση τον κήπο και την πισίνα.
-Εμ, λογικό να κάνει μούτρα η θεία, έτσι που φώναζες ρε Λιτσάκι χθες το βράδυ, είπα γελώντας. Τι νομίζεις; Η Κλωντίν είναι κύριος Επαμεινώνδας που στήνει αυτί κάθε βράδυ για ν’ ακούσει εσένα να αγκομαχάς; Να δεις σήμερα το βράδυ τι θα της κάνουμε. Όχι μόνο θ’ αγκομαχάς, αλλά θα φωνάζεις κιόλας. Να δούμε τι θα μας πει. Αν κάνει πάλι παρατήρηση, εγώ θα της πω ότι δεν γράφει πουθενά στο φυλλάδιο να μην ξεσκίζονται οι καλεσμένοι σας. Ω ρε γέλια που θα κάνουμε.
Πέρασε η μέρα με μπόλικες βόλτες σε Κάννες και Νίκαια, κάναμε και μπανάκι σε μια σχετικά ερημική παραλία και νωρίς το απόγευμα επιστρέψαμε. Δυο ώρες μετά, είχαμε το δεύτερο κρούσμα. Είπαμε να κάνουμε και μια βουτιά στην πισίνα πριν πάρουμε κάναν υπνάκο. Ήπιαμε μετά και τις βότκες μας και αφού κάναμε κεφάλι, ανεβήκαμε στο δωμάτιο. Θα είχε περάσει περίπου ένα μισάωρο και μας είχαν πιάσει οι ορέξεις στο κρεβάτι, όταν ακούσαμε ένα χτύπο στην πόρτα. Σκέπασα όπως όπως την Λίτσα, γιατί ο χτύπος γινόταν ολοένα και πιο επίμονος, φόρεσα ένα σορτσάκι και άνοιξα. Φυσικά στην πόρτα έστεκε η Κλωντίν με πιο ξινό ύφος από το πρωί και μου είπε στα γαλλοαγγλικά της ότι έπρεπε να διαβάσουμε προσεκτικά τις οδηγίες. Αν τις διαβάζαμε προσεκτικά, μου τόνισε σχεδόν δασκαλίστικα, δεν θα κάναμε τόσα νερά βγαίνοντας από την πισίνα, ούτε θα γεμίζαμε πατημασιές το σπίτι. Βέβαια, το χειρότερο ήταν ότι αφήσαμε ολόκληρες λίμνες στο διάδρομο, με αποτέλεσμα να γλιστρήσει η ίδια, με κίνδυνο να σπάσει το κεφάλι της. Εκείνη την ώρα, έτσι όπως είχα πιει κιόλας κι έβλεπα και τη Λίτσα λαχταριστή στο κρεβάτι, είπα να δώσω για δεύτερη φορά τόπο στην οργή. Σχεδόν έκλεισα την πόρτα στα πετρωμένα μούτρα της που είχαν σταθεί να κοιτάζουν την κουκουλωμένη Λίτσα, λέγοντας ότι δεν θα ξανασυμβεί και έτρεξα με γέλια στο κρεβάτι, πετώντας στον αέρα το σορτσάκι μου.
-Φαίνεται ότι ήρθε για την τρίτη και φαρμακερή παρατήρηση, είπε η Λίτσα με νόημα, σαν ακούστηκε ξανά ο χτύπος στην πόρτα, κάνα δίωρο μετά. Αλλά και συ δεν ήταν ανάγκη να ουριάζεις έτσι! Πάλι καλά που δεν ξέρουν ελληνικά, γιατί αλλιώς θα μας είχαν φωνάξει το Ηθών.
Αυτή τη φορά σηκώθηκα φουρτουνιασμένος, βάζοντας μπροστά το σεντόνι και αφήνοντας τη Λίτσα γυμνή. Ο έρημος ο Κλωντ κόντεψε να πάθει συγκοπή μπροστά στο θέαμα! Εμ, γυναικάρα η Λίτσα κι εγώ μαινόμενος ταύρος, αναμαλλιασμένος και σχεδόν γυμνός σαν κι εκείνη. Έμεινε να με κοιτάει για κάνα λεπτό και μετά, κομπιάζοντας, μας κάλεσε σε δείπνο μ’ ένα ακόμη ζευγάρι Άγγλων που είχαν μόλις φτάσει στον ξενώνα τους. Μέσα από τα δόντια του ζήτησε σχεδόν συγνώμη για την Κλωντίν που μερικές φορές το παρακάνει κι έκλεισε την πρόσκληση με μια ευχή να περάσουμε το υπόλοιπο των διακοπών μας ειρηνικά και αγαπημένα. Βέβαια αυτή η αναπάντεχη επίσκεψη μας άφησε και μας άφωνους. Μάλιστα η Λίτσα ήταν αρχικά αρνητική και είπε μισοαστεία μισοσοβαρά ότι η θεία μπορεί και να μας δηλητηρίαζε με την παέλα που είχε ετοιμάσει με δική της συνταγή για το αποψινό δείπνο. Αλλά κάτι η καλοκαιρινή μου διάθεση, κάτι η περιέργειά μου, την έπεισαν και νάσου βρεθήκαμε υπό το φως των κεριών να συζητάμε δίπλα στην πισίνα σα να μην έγινε τίποτε.
Γενικά δεν είμαι πουριτανός στο κρεβάτι. Έχω δοκιμάσει πολλά με πολλές και στα νιάτα μου υπήρξα ακόμη και πιο «κοινωνικός», αλλά αυτό έγινε άπαξ και μετά από πολλά σφηνάκια. Εντάξει, περισσότερο δικό μου ήταν το παιχνίδι με την τύπισσα που μετά ανακάλυψα ότι ήταν και γνωστή δημοσιογράφος. Με ψάρεψε με το συνοδό της στο μπαράκι, καλοστεκούμενη σαραντάρα αυτή εικοσιπεντάρης εγώ, πήγαμε στο κολωνακιώτικο σπίτι της και το κάναμε σαν τα σκυλιά. Ο άλλος ο έρημος έβλεπε και μετά κάτι πήγε να κάνει, μπροστά εγώ να κοιτάω κοκαλωμένος παρά το μεθύσι μου, αλλά τζίφος. Αυτή ήταν η εμπειρία μου από τις πιο ομαδικές απολαύσεις του σεξ και ποτέ δεν θέλησα να την επαναλάβω. Όσο για την Λίτσα, ήταν κορίτσι από σπίτι, παρότι έμοιαζε για ακόλαστη και αχόρταγη στο σεξ. Μόνο δυο τρεις σχέσεις είχε κάνει και παρόμοιοι πειραματισμοί της έφερναν αναγούλα και μόνο στη σκέψη. Άσε που πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία και είχε και σταθερό πνευματικό.
Πάλι καλά που κάτι τέτοια δεν τα πιάνει εύκολα, γιατί εγώ είδα πού πήγαινε η βραδιά. Οι Άγγλοι είχαν πιει τα άντερά τους κι έκαναν ήδη το πρώτο τσιγαριλίκι, ο Κλωντ με κοιτούσε με λάγνο βλέμμα και δεν έλεγε κουβέντα και η Κλωντίν είχε πιάσει στο μπίρι μπίρι την Λίτσα με κολλημένα τα μάτια της στο ντεκολτέ της. Φαντάσου πόσο θα σκύλιασαν, λοιπόν, όταν πήρα αγκαζέ τη δικιά μου που είχε ψιλομεθύσει και ανεβήκαμε στο δωμάτιο, όπου κι έγινε της κολάσεως. Την επόμενη μέρα το πρωί είχα την εντύπωση, έτσι που είχε καθαρίσει το μυαλό μου για τα καλά, ότι κάποιος είχε στήσει αυτί έξω από την πόρτα μας. Πολλά από κείνο το βράδυ είναι θολά και σα να θυμάμαι κόσμο να πηγαινοέρχεται σχεδόν πάνω απ΄ το κεφάλι μου. Ίσως, βέβαια, να είναι και της φαντασίας μου, μετά απ’ όσα γίνανε. Θα μου πεις ήταν και οι Άγγλοι στο δείπνο, αλλά τι να έκανε ο Κλωντ τον εξηντάρη Φρανκ και η Κλωντίν την πατσαβούρα Λουίζ που είχε από καιρό πατήσει τα σαράντα κι ας το ’παιζε τζόβενο;
Μετά την αποτυχία του δείπνου, το ζεύγος άρχισε να δείχνει για τα καλά τα δόντια του. Και το κακό είναι ότι η μπάλα πήρε και τους Άγγλους. Το επόμενο πρωί μας ξαναέκαναν παρατήρηση για το θόρυβο αργά το βράδυ και τα νερά που ακούγονταν να τρέχουν. Αν και είχα αποφασίσει να αντιδράσω, σκέφτηκα ότι με τη σιωπή μου θα έσκαγαν περισσότερο. Έτσι κι αλλιώς είχαμε ένα γεμάτο πρόγραμμα και την κοπανήσαμε από νωρίς. Αλλά το βράδυ είχαν την τιμητική τους οι Άγγλοι. Φαίνεται ότι ο γερο-Φρανκ με τη Λουίζ του τα είχαν πιει και είχαν καπνίσει και μπόλικο χόρτο και ξέχασαν τον υπ’ αριθμόν ένα κανόνα για κατάκλιση στις δέκα, με αποτέλεσμα να παραμείνουν στην πισίνα ως τις τρεις τα χαράματα. Μάλιστα ήταν τόσο χώμα που δεν υπάκουσαν σε καμία από τις διαταγές της δεσμοφύλακος Κλωντίν και τελικά επέστρεψαν στο δωμάτιό τους όποτε γούσταραν οι ίδιοι.
Καταλαβαίνεις τώρα τι γλέντια ακολούθησαν τη βραδινή κραιπάλη. Αφού πρώτα περιέλαβε εμάς η γκιόσα, πριν προλάβουμε να φάμε μια μπουκιά, μας εξιστόρησε τα καθέκαστα πηγαίνοντας όλο νεύρο πάνω κάτω στη βεράντα. Σαν ήρθε και το ζεύγος των παραβατών, το σόου συνεχίστηκε με πιο γαργαλιστικές λεπτομέρειες που έφτασαν μέχρι την απειλή ότι, αν επαναλαμβανόταν το σκηνικό, θα καλούσε την Αστυνομία. Η Λουίζ κάτι πήγε να πει, αλλά την έκοψε ο πιο συνετός Φρανκ που ζήτησε συγνώμη για το συμβάν κι έβαλε την κεφάλα κάτω για το υπόλοιπο του μαρτυρικού πρωινού υπό το άγρυπνο βλέμμα της έξαλλης και ξαγρυπνισμένης Κλωντίν.
Από κείνο το πρωί και μετά, όμως, άρχισε ο κλεφτοπόλεμος νεύρων με τους Άγγλους, που αν και αουτσάϊντερ, αποδείχτηκαν γερό χαρτί. Βλέπεις, εμάς τους Έλληνες μας θεωρούν γενικά υπανάπτυκτους και βαλκάνιους και άρα ήταν λογικό να μην μπορούμε να υπακούσουμε στους πολιτισμένους κανόνες του πολιτισμένου σπιτιού τους. Αλλά οι Άγγλοι; Μπορεί να μην ήταν λόρδοι, αλλά ήταν πολίτες μιας χώρας που είχε ανακαλύψει μαζί με τους Γάλλους τους καλούς τρόπους. Και δεν ήταν μόνο το δίδυμο Κλωντ και Κλωντίν που μας έβλεπε έτσι. Το πρώτο και μοναδικό βράδυ που μιλήσαμε με τους Άγγλους, ούτε λίγο ούτε πολύ μας είπαν ότι καλώς οι ιδιοκτήτες είχαν θέσει κανόνες, γιατί εξάλλου το σπίτι ήταν δικό τους και μεις οφείλαμε, θέλοντας και μη, να τους σεβαστούμε. Και τα έλεγε αυτά ο Φρανκ που το επόμενο κιόλας βράδυ έστησε το πανηγύρι στην πισίνα μέχρι τα χαράματα!
Μπορώ να πω ότι αυτές οι διακοπές μου φάνηκαν τότε απολαυστικές όχι μόνο για τα νέα μέρη που είδαμε, αλλά και για το αγγλογαλλικό ματς που παιζόταν καθημερινά μπροστά στα μάτια μας. Εμείς, από βασικός επιθετικός, καθίσαμε στον πάγκο και περιμέναμε την παράταση για να μας θυμηθούν. Οι αιώνιοι αντίπαλοι, όμως, δίνανε ρέστα στο πεδίο της μάχης. Έβηχε ο Φράνκ όλο το βράδυ, γκρίνια η Κλωντίν αρχικά και μετά και ο Κλωντ που έβαλε στο παιχνίδι, το επόμενο πρωί. Μπαγιάτικα κρουασάν τους σέρβιρε η υπηρεσία της κυρίας στο πρωινό, γέμιζε την πισίνα με τα αντηλιακά που παστωνόταν η Λουίζ χωρίς να ξεπλυθεί πρώτα στο ντους. Έσπερνε ο Φρανκ τα αποτσίγαρά του στον κήπο, χρησιμοποιημένες πετσέτες που έζεχναν έβαζε η γκιόσα στο μπάνιο τους.
Αυτός ο ανταρτοπόλεμος κράτησε τρεις τέσσερις μέρες και ξαφνικά ήρθε η έκρηξη από μέρους της Κλωντίν, όταν πρωί πρωί ο Φρανκ αποφάσισε να δοκιμάσει τα γκάζια της μηχανής του που δήθεν δεν έπαιρνε μπρος. Φυσικά ειπώθηκαν πράγματα έξω από τα δόντια και η κυρία, λιγότερο ο κύριος, μίλησαν για αστυνομίες και τα ρέστα. Ο Φρανκ που δεν ήταν κανένα μαλθακό παιδαρέλι τύπου Κλωντ, άνοιξε το στοματάκι του και τους στόλισε, γιατί βλέπεις οι ορέξεις της Κλωντίν άγγιξαν και τη δικιά του που, αν και χρόνια χασικλού, ήταν κατά τα άλλα καλό κορίτσι και δεν έκανε τέτοια. Θα έρχονταν στα χέρια η Λουίζ με την αντρογυναίκα Κλωντίν, αν δεν έμπαινα εγώ στη μέση, λέγοντας ότι η αστυνομία που σίγουρα θα καλούσαν οι γείτονες, εύκολα θα έβρισκε τα χειροποίητα τσιγάρα τόσο στα πράγματα των Άγγλων όσο και στο σπίτι των Γάλλων μερακλήδων. Άπαντες το βούλωσαν με τη μια και οι μεν Άγγλοι την έκαναν με τη μηχανή τους, οι δε Γάλλοι χάθηκαν στα ενδότερα της πολυτελούς βίλας τους.
Από κει και πέρα δεν ξέρω τι έγινε. Εμείς φύγαμε την επόμενη μέρα το πρωί και με το ζόρι συναντήσαμε τον Κλωντ που ήρθε παραμάσχαλα μ’ ένα βιβλιαράκι, όπου οι επισκέπτες τους έγραφαν τα απομνημονεύματά τους στο εξοχικό στρατόπεδο συγκέντρωσης της Κλωντίν, υποθέτω με την απειλή περιστρόφου. Έγραψε και το Λιτσάκι δυο κουβέντες τυπικές, από φόβο, όπως έλεγε γελώντας αργότερα, μπας και βγει με κάνα μαστίγιο η Κλάους Μπάρμπι και μας αρχίσει στις βουρδουλιές. Εγώ, βέβαια, δεν συμφώνησα που καρφίτσωσε την επαγγελματική της κάρτα με τόσα τηλέφωνα και στοιχεία, αλλά μου είπε ότι είχε δει να το κάνουν όλοι οι προηγούμενοι.
Για το φονικό μάθαμε από τις εφημερίδες στην πατρίδα. Η γαλλική αστυνομία δεν μας κάλεσε ως βασικούς μάρτυρες, γιατί τα πτώματα βρεθήκανε δυο μέρες μετά την αναχώρησή μας. Ο ιατροδικαστής, έγραψαν οι εφημερίδες, διαπίστωσε ότι βρήκαν τραγικό θάνατο από ένα κοκτέιλ ψυχοφαρμάκων και ηρωίνης, ενώ στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι τους κάπνιζαν ακόμη μισοτελειωμένα δύο τσιγαριλίκια. Να σου πω την αλήθεια, δεν είχα τους Άγγλους για εξαρτημένα πρεζόνια. Εντάξει, καπνίζανε χόρτο όταν έρχονταν στα κέφια, αλλά τόσο ο Φρανκ όσο και η Λουίζ δεν είχαν αυτό το θολό, χλαπατσαδουριασμένο βλέμμα που έχουν οι χρόνια εξαρτημένοι από τα χημικά ναρκωτικά.
Γίνανε ανακρίσεις, αλλά το ζεύγος Κλωντ-Κλωντίν την έβγαλε καθαρή. Βέβαια, τους πήραν την άδεια του ξενώνα, γιατί ακούστηκαν και γι’ αυτούς οι ιστορίες με το χασίς δίπλα στην πισίνα, και άλλοι, ένοικοι παλιότερα, κατέθεσαν ότι οι καθωσπρέπει ιδιοκτήτες κάπνιζαν που και που, ειπώθηκαν αρκετά και για τον αυταρχικό χαρακτήρα της οικοδέσποινας, αλλά ως εκεί. Κανείς δεν συνέδεσε το φονικό με κάποιον αυτουργό. Στο τέλος, όλοι μιλούσαν για θάνατο από υπερβολική δόση. Αυτή ήταν η επίσημη εκδοχή της αστυνομίας και δη του διοικητή του τμήματος της πόλης όπου υπαγόταν η Τουρέτ, του κ. Βεσνάν που σύχναζε με τη σύζυγό του στο εξοχικό των Γάλλων, όπως μου κοκορευόταν σε κείνο το μοναδικό δείπνο η Κλωντίν. Όλα επανήλθαν στους κανονικούς τους ρυθμούς στο ειδυλλιακό μεσαιωνικό χωριό, στολίδι της περιοχής και από τα ωραιότερα της Γαλλίας. Κι έμεινα μόνο εγώ να μιλάω για περίεργους θανάτους και φονικό, για πληρωμένες μαρτυρίες κι ένοχη σιωπή όλων των ενεχόμενων για να μην δυσφημιστεί ο τόπος. Ποιος να με πίστευε αν τους έλεγα ότι τζάμπα πήγαν οι άνθρωποι, για ένα τερτίπι, μια παραξενιά του γαλλικού σαβουάρ-βίβρ απέναντι στο φλέγμα των εγγλέζων; Πώς ν’ αποδείκνυα ότι η γκιόσα τους έφαγε, άγνωστο πώς, ίσως βάζοντας τα δηλητήρια στο χυμό λεμονιού που είχαν στο κοινόχρηστο ψυγείο οι Άγγλοι για ν΄ αραιώνουν τη βότκα τους; Και πώς να έπειθα κανέναν με την κατοπινή μου βεβαιότητα ότι οι θάνατοι αυτοί απελευθέρωσαν κάποιες άλλες ζωές που μούχλιαζαν χρόνια στο λουσάτο σπιτικό τους;
Μετά από δύο χρόνια που ξαναβρέθηκα στην περιοχή, η υπόθεση είχε ξεχαστεί. Ρώτησα έναν ντόπιο για το τι απόγιναν οι παλιοί μου οικοδεσπότες. Δεν θα μου μιλούσε ανοιχτά, αν δεν σύχναζα για μέρες στο μαγαζί του αγοράζοντας καπνό κι αμέτρητα μπουκάλια κρασί. Μου είπε ότι λίγους μήνες μετά το συμβάν με τους Άγγλους πούλησαν τον ξενώνα. Μια κοινή γνωστή τους έμαθε ότι το ζεύγος χώρισε με συνοπτικές διαδικασίες. Κι ένας άλλος από το χωριό είδε τον Κλωντ να περπατάει χεράκι-χεράκι με ένα νεαρό κάπου στην Σίτγιες, τρελό χωριό-δορυφόρο της Βαρκελώνης όπου έβρισκαν στέγη οι γλεντζέδες ομοφυλόφιλοι. Σκέφτομαι τώρα πια ότι ξέγνοιαστος θάταν σίγουρα κι αλαφρωμένος αυτός ο δόλιος, ακόμη κι αν χρειάστηκε να το κερδίσει κι αυτό με εκβιασμούς, όχι για τα λεφτά, όσο για την ελευθερία του με τίμημα βαρύ, ένα φονικό που έπρεπε να ξεχάσει, για να προστατέψει τη μητέρα των παιδιών του αλλά και τη δική του πολύπαθη ανεξαρτησία. Όσο για το πρώην έτερο ήμισυ, την καπάτσα Κλωντίν, κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε. Κανείς, βέβαια, εκτός από την Λίτσα μου, ή μάλλον την πρώην Λίτσα μου.
Εδώ κολλάει και το δικό μου δράμα. Γιατί τζίφος η Λίτσα λίγους μήνες μετά το ταξίδι μας. Κρυμμένος θησαυρός μου το έπαιζε και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Και καλά στα σεξουαλικά τα πηγαίναμε και δώρα της έκανα και ξαφνικά ταξιδάκια πηγαίναμε και είχα πάρει και κείνο το μονόπετρο για να κάνω την πρόταση, μιας κι αποφάσισα επιτέλους να κατασταλάξω κι εγώ. Και είπαμε, είμαι άντρας που μετράω, γαμώτο, κι όχι κάνα χάπατο. Και ακριβό αμάξι διαθέτω και μπέσα έχω και καλό όνομα στην πιάτσα. Την σεβάστηκα την Λίτσα και δεν της πούλησα φούμαρα κι αυτή εξαφανίστηκε.
Μόνο μια πρώην συνάδελφός της μου είπε κάτι που για πρώτη φορά με ταρακούνησε. Την πήρε τηλέφωνο, λέει, από Γαλλία, από Παρίσι μεριά και της ζήτησε κάτι εκκαθαριστικά μισθοδοσίας για ν’ ανοίξει, λέει, δική της επιχείρηση. Η Λίτσα δική της επιχείρηση; Από πού κι ως πού; Άλλα στοιχεία δεν μπόρεσα να βρω και δεν θέλω να φαίνεται ότι παρακαλάω. Όχι εγώ, που έτσι να κάνω, χίλιες θα έρθουν γονατιστές. Βέβαια, γι’ αυτό κι έκανα το ταξιδάκι μου πίσω στα μέρη τα παλιά κι έμαθα και τα καθέκαστα. Αλλά δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη, μέχρι που άκουσα και κάτι άλλο, ρε φίλε, που με έστειλε. Αυτό το τελευταίο το άκουσα αυτές τις μέρες. Είδε, λέει, ένα φιλικό ζευγάρι στο ταξίδι του μέλιτος σε ένα μακρινό, εξωτικό μέρος τη Λίτσα αγκαλιά με μια τύπισσα με κοντό μαλλί και γερακίσιο βλέμμα. Η Λίτσα μου αγκαλιά με την γκιόσα. Η πρώην Λίτσα μου.

buzz it!

Σάββατο, 16 Μάϊος 2009

Μνημοσύνη


Έχεις ενάμιση χρόνο που λείπεις. Τις φωτογραφίες σου σπάνια τις ακουμπάει το βλέμμα μας, γιατί κι εμείς απουσιάζουμε ή δεν έχουμε τόσο μεστό χρόνο για να σκεφτούμε και να αισθανθούμε. Οι πίνακές σου, κι αυτοί σιωπηλοί αιωρούνται στο παχύ στρώμα της σκόνης, στις χρυσαφιές ανταύγειες της κουρτίνας και ταξιδεύουν τα καράβια τους σε μια νεκρή θάλασσα που δεν έχει ακτές, δεν έχει όριο.
Υπάρχεις κι αλλού, σε άλλα σπίτια που ελπίζω να σε φιλοξενούν πιο στοργικά. Μα είχα ξεχάσει ότι ένα κομμάτι σου ακόμη επιπλέει σ’ ένα γραφείο. Μια φίλη έσωσε αυτόν τον πίνακα από τη λήθη και τον κρέμασε σε περίοπτη θέση. Είναι μια θάλασσα γαλάζια, αφρίζουσα σα μασχάλη μετά τον έρωτα. Σ’ αυτό το κατευναστικό φόντο κόλλησες το τζαμένιο καράβι σου, διαυγές, ξεκάθαρο, ένα καράβι που πλέει στο άπειρο χωρίς επιβάτες και πρόσθετο βάρος.
Υποθέτω ότι την ώρα που οι κατηγορούμενοι καταθέτουν, στη στιγμή της αγωνίας να μαρτυρήσουν τα ανομήματά τους ή σε κείνη την πάλη τους να κρυφτούν από το πελέκι του νόμου, ίσως σ’ αυτό το διάφανο καράβι να αποθέτουν τις ελπίδες τους. Μπορεί να τους θυμίζει άλλες εποχές, τότε που πίστευαν ότι η ευτυχία ήταν εφικτή. Απόδραση δεν υπάρχει με τούτο το καράβι, ούτε καν της ψυχής. Μπορεί και η ανύπαντρη λειτουργός να θυμάται βλέποντάς το τα φοιτητικά, πολλά υποσχόμενα καλοκαίρια, μπορεί να ελπίζει σε ένα επόμενο λιγότερο μοναχικό. Κι η φίλη ακόμη, μπορεί να το κοιτάει και να ξεχνιέται από τις φροντίδες του σπιτιού και το σοι που κρέμεται σαν ξινό τσαμπί πάνω από τη δροσιά της εσώτερης ψυχής της.
Έχω καιρό να επισκεφθώ τον τάφο σου, μα χθες αυτός ο πίνακας ήταν το πιο ταιριαστό μνημόσυνο.

buzz it!

Τετάρτη, 29 Απρίλιος 2009

Για τα παιδιά


O P. είναι 10 ετών. Ζει με τα αδέρφια του σε μια πάμφτωχη περιοχή της Αφρικής. Η οικογένειά του έχει για σπίτι μια καλύβα φτιαγμένη από λάσπη με αχυρένια στέγη. Είναι τυχερός ο Ρ. που πηγαίνει σχολείο και παρακολουθεί πρακτικά μαθήματα (επιβίωσης) και βασική αριθμητική Ανήκει στο 8% των παιδιών που μπορούν να λάβουν μια υποτυπώδη μόρφωση στη ρημαγμένη χώρα του. Μαθαίνει και τις τοπικές γλώσσες και αγγλικά. Μαθαίνει και να ζωγραφίζει τον κόσμο του, αυτόν τον στερημένο, ίσως λίγο πιο φωτεινό και πολύχρωμο απ' ό,τι θα περιμέναμε εμείς.

Στη φωτογραφία στέκεται προσοχή και με βλέμμα που στάζει αξιοπρέπεια και σοβαρότητα. Ξέρει ότι είναι ο πρεσβευτής της κοινότητάς του. Ότι αυτά τα λίγα χρήματα, τα δικά μου και κάποιων άλλων, θα συμβάλουν στο να δημιουργηθούν υποδομές, στο να λυθούν κάποια πρακτικά προβλήματα που ο άγνωστος παραλήπτης της φωτογραφίας δεν θα τα νιώσει και δεν θα τα κατανοήσει ποτέ. Ο Ρ. ξέρει ότι δεν έχει σημασία αν οι πρωτοκοσμικές, καλοβολεμένες και εξαιρετικά ενοχικές υπάρξεις μας προσπαθούν να σηκωθούν από τον καναπέ της θέασης του κόσμου και με την εξαγορά λίγων ευρώ αγωνίζονται να κερδίσουν μια μικρή θέση στον παράδεισο των φιλέσπλαχνων. Ακόμη κι έτσι μένει κάτι και για τους ξεχασμένους αυτού του Κόσμου.

Δεν θα τον γνωρίσω ποτέ από κοντά. Τι να σου κάνουν οι υιοθεσίες των δυτικών χολυγουντιανών αστέρων; Σημασία δεν έχει η μικροκλίμακα, αλλά η ευημερία της μάζας. Αυτός πώς το αλλάζουμε. Να έχουμε όλα αυτά τα παιδιά χορτάτα, στο σπίτι τους με τους αγαπημένους τους, αναπόσπατο κομμάτι της κουλτούρας τους που δεν θα νιώσουμε ποτέ βαθιά εμείς οι άλλοι. Ο Ρ. μεγαλώνοντας, θα ασχοληθεί πιθανόν με το μικρό κομμάτι γης της οικογένειάς του, καλλιεργώντας κόντρα στον ανηλεή καιρό κεχρί, καλαμπόκι και φασόλια στις ξηρασίες και λαχανικά όταν θα τους ζώνει η υγρή ανάσα των μουσώνων. Στην ηλικία που τα παιδιά μας θα πηγαίνουν στο πανεπιστήμιο, ο Ρ. θα παλεύει με τη λάσπη και τον τσίγκο για να στήσει το δικό του σπίτι. Σαν αυτά που φαίνονται στο φόντο της φωτογραφίας.

Λέμε πως είμαστε τυχεροί. Έχουμε ζεστό σπίτι, ένα πιάτο φαι, την τεχνολογία ως παράθυρο για τον κόσμο. Λίγα ευρώ το χρόνο, ακόμη και στην εποχή της μεγάλης Κρίσης που τώρα ανατέλλει, ιδιαίτερα ίσως σ' αυτή τη σκληρή εποχή που θα μας οδηγήσει στο να αναπροσδιορίσουμε "Αν αυτό είναι άνθρωπος", δεν θα λείψουν από τις τσέπες μας όσο θα γεμίσουν τα άδεια ταμεία των φτωχών. Γιατί αυτά τα ευρώ έχουν ένα δικό τους βάρος, μια αίσθηση συμμετοχής, ευθύνης, παρουσίας.

Μετανιώνω που άργησα να μπω στο πρόγραμμα "αναδοχής παιδιού" της Actionaid. Ποτέ δεν είναι αργά. Για κανέναν μας.

buzz it!

Τρίτη, 14 Απρίλιος 2009

Της Θεσσαλονίκης


Τρυφερή πόλη
Το άγουρο πράσινο διαβρώνει τα μπετονένια μανίκια σου
Η βόλτα στους σκιερούς δρόμους ανάμεσα από τα πολύχρωμα μέταλλα
Μας αρπάζει κατά ριπάς με την πικρή μυρωδιά της φρέζας
Την πορφυρή της αζαλέας
Κι εκεί στην αλλοίωση του χρόνου
Θυμόμαστε την Άνοιξη

Τίκτουσα πόλη
Τα φτερουγίσματα στο υπογάστριο σημαίνουν
Τη ζωή που επιμένει να θάλει
Τη ζωή που φτιάχνεται με μυστικά υλικά
Και παίρνει τη σειρά μας, δροσερή και πλουμιστή
Δίπλα στα κορμιά μας που νομίζουν ότι ξέχασαν τις υπογραφές τους
Στο προαιώνιο συμβόλαιο της φθοράς

Σκονισμένη πόλη
Τούμπα της νέας προσφυγιάς, των υπαλλήλων, των μικρομάγαζων
Εντός σου εναποθέσαμε τις μνήμες μας, τον τελειωμένο χρόνο
Το παλιό πέτρινο σχολείο, το κλειστό από χρόνια ψιλικατζίδικο
Τις χαρακωμένες φάτσες των παλιών γειτόνων
Που δύσκολα αναγνωρίζονται

Μεγαλοβδομαδιάτικη πόλη
Με τις βυζαντινές σου εκκλησίες βυθισμένες στις κεντρικές λεωφόρους
Τους επιτάφιους που συναντιούνται κι αποχωρίζονται
Μπροστά από τα άλαλα εμπορικά
Η συναλλαγή αναβάλλεται ες αύριον

Μητριά πόλη
Φτιάχνεις το σταθμό σου για να σε θυμούνται τα παιδιά που χάνεις
Καταφέρνεις και κρύβεις ακόμη τα σταυρωμένα χέρια
Τα κομμένα χέρια που δεν έχουν τη δύναμη
Παρά να χουφτώσουν το χαρτάκι και να περιμένουν στη σειρά
Για το επίδομα της επαιτείας

Εαρινή πόλη
Βάλε τα καλά σου και στήσου στις κάμερες των τουριστών
Εμείς σ’ αγαπάμε ακόμη τη μέρα της Κυριακής κι ας σ’ απαρνιόμαστε τις υπόλοιπες
Εμείς θα σε στολίζουμε με λουλούδια
Όταν θα βαδίζουμε σε ξένες πόλεις
Και δεν θα βλέπουμε το φαγωμένο μούτρο σου κάτω από τους
Τοξικούς σοβάδες

Γενέθλια πόλη
Σε πρόδωσαν οι άρχοντες και οι δούλοι
Είμαστε κάτι λίγοι ακόμη, ίσως λιγοστοί πια για τέτοιο τόλμημα
Που επιμένουμε να σε δοξάζουμε
Ίσως από μια κούραση του μυαλού να επινοήσουμε
Μια νέα μήτρα για να μας βαστάξει

buzz it!

Παρασκευή, 10 Απρίλιος 2009

Θυμός 2

To κύμα θα φτάσει ως εδώ. Δεν το περιμένεις; Κακό του κεφαλιού σου. Είναι αργά πια και οι ηλεκτρολόγοι δεν γίνονται τηλεστάρ, ειδικά αν έχουν δυσκολοπρόφερτα επίθετα και μυρωδιές από τις ρώσικες στέπες στις τσέπες τους.
Η ζωή δεν είναι δώρο, δεν είναι καν επιλογή. Όχι τουλάχιστον δική σου. Πιθανόν να είναι συχνότερα όχι της ασθένειας ή του γήρατος, αλλά όλων αυτών των θυμωμένων, των απόκληρων, των πεινασμένων που θαμπώνονται από το έχει των άλλων και θέλουν να το κάνουν άκοπα δικό τους. Έστω και με πολύ ή λίγο αίμα.
Στα παιδιά μας παραδίδουμε άδειους λογαριασμούς, διεφθαρμένους πολιτικούς και μια σκληρότητα που έχει γίνει κανόνας. Μόνο τα θύματα διαφέρουν, ο αριθμός τους, όσο πιο πολλά τόσο θα παιχτεί η είδηση στα κανάλια.
Ποιος θα κάνει ταμείο; Ποιος τολμάει; Πολλές οι επισφάλειες. Πολλές για να τις αντέξουμε κάθε μέρα. Και σε λίγο φτάνει μια ακόμη μεγάλη βδομάδα, χωρίς την ευαγγελίζομενη ανάσταση που όλο αναβάλλεται.

buzz it!

Δευτέρα, 30 Μάρτιος 2009

Η Θεσσαλονίκη στην αποβάθρα


Μεσημέρι Σαββάτου. Από το χώρο του πολύπαθου πανεπιστημίου κατηφορίζω προς την Τσιμισκή. Στα κάγκελα του αυλόγυρου της παλιάς Φιλοσοφικής κρέμονται τα ξέφτια ξεπλυμένων πανό, τα κοκαλωμένα σελοτείπ πού δεν έχουν πια να κρατήσουν αφίσες διαμαρτυρίας ή καλέσματα για νεανικά πάρτυ κι εκδρομές των νεολαιών. Το άγουρο πράσινο της Άνοιξης στα δέντρα, οι φτενοί κήποι στη Μελενίκου μου θυμίζουν ότι έχει λίγες μέρες που επισήμως μπήκε η Άνοιξη.
Ο χθεσινός αέρας φέρνει το χιονισμένο Όλυμπο πιο κοντά μας, βλέπω την κορυφογραμμή του να γεμίζει τα ανοίγματα της Παύλου Μελά, της Αγίας Σοφίας. Ο κόσμος στα πεζοδρόμια της Τσιμισκή, όσο γίνεται πιο κομψός κάνει τις πρώτες βόλτες του κοιτάζοντας επίμονα κι αρκετά αυτάρεσκα το είδωλό του στις τζαμένιες βιτρίνες. Μπαίνω στον Ιανό και χάνομαι στα υπόγειά του. Διαλέγω τέσσερα βιβλία κι ευχαριστώ τους θεούς της κατανάλωσης που έχουν ξεχασμένες στις συνεχείς ανατιμήσεις τους τις τιμές της γνώσης. Ύστερα, αναδύομαι ξανά στην πλατεία Αριστοτέλους και περνάω ανάμεσα από τα τραπεζάκια του Ηλέκτρα Παλλάς για να καταλήξω στην παραλιακή.
Περπατώ στα πεζοδρόμια που θυμίζουν επαρχιακή έκθεση επίπλων με τους πλαστικούς καναπέδες και κάτι θηριώδεις λάμπες να διεκδικούν τη θέση μου στον ήλιο. Κάπου ανάμεσα στη ζούγκλα της κακογουστιάς ξαναβρίσκω το λιμάνι μου. Νίκης 35. Κλασικές μουσικές και άριες, οι πρώτες γουλιές γαλλικού μετά από μήνες και τα βιαστικά πόδια των περιπατητών καδράρονται από το παράθυρο εμπρός μου που μισό βουλιάζει στο ημιυπόγειο καφέ και μισό παίρνει μάτι στον πάνω κόσμο. Εκεί ξεφυλλίζω και την Παράλλαξη. Έχω καιρό να τη διαβάσω στην υλική της μορφή. Μέσα στο βυθισμένο λιμάνι μου, μου θυμίζει ότι σ’ αυτή την πόλη υπάρχει πάντα κι ένας άλλος αέρας, μια διαφορετική αισθητική, όχι κραυγαλέα, όχι της επικοινωνιακής εικόνας, όχι της παρεούλας των τοπικών διανοουμένων που έχουν στήσει κι αυτοί την παράγκα τους για να νιώθουν πρώτοι στο χωριό. Δεν θέλω να πω περισσότερα για το περιοδικό. Αυτό που μου μένει, πέρα από τις λέξεις και τις εικόνες είναι ο «επίλογός» του, ένα κείμενο του Γιώργου Τούλα ως σχόλιο στη φωτογραφία μιας ηλικιωμένης γυναίκας που στέκει στη θέση του αποχαιρετισμού πάνω στην αποβάθρα του Σταθμού.
Δεν είναι μόνο η μάνα, η κάθε μάνα που συνεχίζει να ξεπροβοδίζει τα παιδιά της γιατί ο Βορράς κατήντησε αφιλόξενος για τους νέους ανθρώπους. Η Θεσσαλονίκη, η Μακεδονία της ανεργίας, της μερικής απασχόλησης, της ελαστικής ζωής που δεν προλαβαίνει τις ανελαστικές υποχρεώσεις του κάθε μήνα, έχει καταντήσει μια μητριά που διώχνει τα παιδιά της. Σ’ αυτήν την αποβάθρα σε αποχαιρετώ κι εγώ βδομάδα παρά βδομάδα. Δεν σε κράτησε η πόλη μου και τώρα διώχνει αναγκαστικά κι εμένα. Καλύτερα να έρχομαι στα καλά της, στις μυριστικές ώρες της Άνοιξης, στα νωχελικά φθινόπωρα του Φεστιβάλ της όταν θα βουλιάζει στην υποκίτρινη ομίχλη, στους νόστιμους χειμώνες της που θα τους ποτίζω με κόκκινο μπρούσκο σε μικρά ταβερνάκια. Στην αποβάθρα θ’ αφήνω ένα κομμάτι του εαυτού, να στέκει με αδημονία μέχρι την επόμενη φορά.

buzz it!

Τρίτη, 24 Μάρτιος 2009

Τηλεσκουπίδια μέρος πέμπτον


Βραδινή αποχαύνωση for ever

Αποφάσισα προς το παρόν να αναβάλω την παρουσίαση των δελτίων ειδήσεων και να παρουσιάσω την prime time (όπως δηλώνουν εις άπταιστον βλαχομπαρόκ αγγλική οι παρουσιάστριες και πανελίστριες της μεσημεριανής κουσκουσιάρικης ζώνης), έτσι για να αλαφρύνω το βαρύ κλίμα των ημερών. Όχι βέβαια ότι η ενημέρωση του μέσου έλληνα ενήλικα, η οποία δυστυχώς καλύπτεται σε συντριπτικό βαθμό από τα κοντόφθαλμα και κατευθυνόμενα δελτία ειδήσεων, δεν βρίθει αστειότητας, κακού γούστου και ρεπορτάζ που με το αβαθές της παρουσίασης και το επίπεδο των ελληνικών που ακούς μπορούν χωρίς ιδιαίτερο κόπο να σου φτιάξουν νέο σκώτι. Τόση αμάθεια που παρελαύνει από πουρνό-πουρνό στις οθόνες μας, είναι δυνατόν να μην κάνει τσιφλίκι της και την ενημέρωση του έλληνα πολίτη;

Τα αθάνατα ελληνικά σήριαλ, με τα οποία μεγαλώσαμε όλοι εμείς της μεταπολιτευτικής γενιάς, στοιχειώνουν ακόμη τις παιδικές μας μνήμες. Χρειάστηκε μεγάλη δόση από καλό ξένο σινεμά, εκατοντάδες βιβλία και μερικά ταξίδια εις την αλλοδαπήν για να γλιτώσουμε μερικοί από μας τους τριαντάρηδες και σαραντάρηδες από τη μαζική κατευθυνόμενη βλακεία. Και δεν ξέρω αν έχουμε ξεφύγει ακόμη.
Ούτε ειδική περί τα τηλεοπτικά είμαι ούτε θέλω εδώ να κάνω μια ανασκόπηση της ιστορίας της τηλεόρασης. Θα παραμείνω στον άξονα της συγχρονίας και θα μιλήσω μόνο για τη φετινή εσοδεία από σήριαλ που απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι πλέον και τόσο ελληνικά –φέτος επιμένουμε ισπανικά μάλλον, περνώντας από την εδώθε πλευρά του ωκεανού και μετά τη χρόνια εντρύφησή μας στις αμμουδερές παραλίες του Ρίο ντε Τζανέιρο και τις μεγάλες φάρμες της Βολιβίας, Βενεζουέλας κ.λ.π., όπου όλο και κάποιος κακός τοπικός άρχοντας είχε βάλει στο μάτι την παρθενία της πανέμορφης πλην πτωχής Τερέζας-Εσμεράλδας-, άσε που όπως διαβάζω υπάρχει μια τάση εκτόπισής τους λόγω κρίσης από δοκιμασμένες αμερικάνικες σειρές.
Φυσικά οι συνταγές παραμένουν πάνω-κάτω οι ίδιες, εφόσον απευθύνονται στον έλληνα μικροαστό που θυμάται ακόμη την παρηκμασμένη γειτονιά μέσα στην οποία μπορεί να μεγάλωσε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Μετά τον παλιακό «Μεθοριακό σταθμό» και την «Γειτονιά» ή μεταγενέστερα τα ποικίλα τηλεοπτικά προϊόντα του Δαλιανίδη (θυμάμαι πρόχειρα το «Ρετιρέ») αναζητούνται ακόμη οι ζεστές, ακόμη και μέχρι παρεξηγήσεως ή ασφυξίας λόγω του στενού εναγκαλισμού, ανθρώπινες σχέσεις στην ισπανοφερμένη «Πολυκατοικία». Ο μέσος τηλεθεατής που δεν ξέρει το επίθετο του διπλανού του ή αν στον κάτω όροφο ληστές, την ίδια ώρα που βλέπει την αγαπημένη του σειρά, σφάζουν την κακομούτσουνη συνταξιούχα για πενήντα ευρώ, υποθέτω ότι πολύ θα γελάει με τα καμώματα των ενοίκων μιας πολυσυλλεκτικής πολυκατοικίας που χωράει τους πάντες και την πάσα διαφορετικότητα: από τον ομοφυλόφιλο μέχρι το λαμόγιο, ακόμη και το μετανάστη που ψάχνει να βρει νύφη έναντι αμοιβής. Εγώ προσωπικά δεν γελάω με τους παιδαριώδεις διαλόγους, το αβαθές και πητερπανικό σενάριο, αλλά πάλι, περί ορέξεως…Πολυκατοικία.
Άλλος κοινός τόπος είναι φυσικά η αθάνατη συνταγή της Σταχτομπούτας: σε δυο εκδοχές, μια περισσότερο πιστή στις παραμυθικές αναφορές της («Σαράντα κύματα») και μια περισσότερο συντονισμένη με την ελληνική πραγματικότητα («Φίλα το βάτραχό σου»). Και τα δύο ζεύγη των εραστών μου φαίνονται άνευρα και αδιάφορα. Ακόμη δε ψάχνομαι να δω πώς ένας άνθρωπος σαν τον Αθερίδη μπορεί να θεωρείται τόσο πολυτάλαντος και πολυμήχανος: ηθοποιός, συγγραφέας και όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω. Υποθέτω ότι και οι άνθρωποι οι ηθοποιοί κάπως πρέπει να ζήσουν, γι’ αυτό και η κατρακύλα της ποιότητας δεν έχει πάτο.
Για τους γκούφηδες του L.A.P.D. δεν έχω να γράψω και τίποτε. Όπως τα έχει κάνει η ελληνική αστυνομία, ας τα λούζεται και μυθοπλαστικά, αν και στα πλαίσια της μετριότητας και του στραβού χαμόγελου.
Ένα άλλο σήριαλ, το «Ευτυχισμένοι μαζί», εμπίπτει στην κατηγορία των άνευρων σεναρίων που με μικρές πινελιές και ερωτικές κοντρίτσες τσιμπάνε νούμερα μέσα στη γενική ερημοποίηση της τηλεόρασης. Εμένα μου φαίνεται εντελώς αδιάφορο και ειδικά το ζεύγος Μπέζος και Λέχου δεν μου κολλάει με τίποτα. Αλλά και πάλι, περί ορέξεως….
Και πάμε στο βαρύ πυροβολικό, τον «Λάκη τον Γλυκούλη». Βλακώδης και παιδαριώδης ο τίτλος, στα ίδια πλαίσια κινείται και η όλη πλοκή. Ο Φιλιππίδης μου φαίνεται ότι σε όσα σήριαλ τον έχω δει παίζει τον ίδιο τύπο με μια προβλέψιμη μανιέρα. Δεν ξέρω ποιους ακριβώς διασκεδάζει η εν λόγω σειρά. Μάλλον απευθύνεται στο θυμικό του μέσου έλληνα φουκαρά, ο οποίος πληρώνει στην εφορία τα μαλλιοκέφαλά του, χάνει προαγωγές και ευκαιρίες καριέρας από τα λαμόγια και ασφαλής πλέον στη φωλιά του καναπέ του, θέλει να νιώθει δικαιωμένος που έστω κι ένας από το είδος του μπορεί κάποια στιγμή να πάρει την εκδίκησή του από το κεφάλαιο και το κατεστημένο. Πώς; Μα φυσικά με το να γίνει κομμάτι του, ιδιοκτήτης μιας μεγαλοκλινικής, αλλά έχοντας πετύχει το στοίχημα της νέας εποχής που ανατέλλει, της νέας κοινωνικής ουτοπίας: να κρατήσει την ανθρωπιά του, να είναι επιεικής με τους εχθρούς του και γενναιόδωρος με τους κατατρεγμένους. Η Ζέτα Δούκα που μου κάνει ως αντιγραφή της Πέγκυ στην παλιά αμερικάνικη σειρά «Παντρεμένοι με παιδιά», είναι μια ακόμη καρικατούρα δίπλα στους υπόλοιπους χάρτινους ήρωες της σειράς. Δεν ξέρω αν είναι η πρόθεση του έλληνα διασκευαστή ή η προσέγγιση του ισπανού σεναριογράφου. Πάντως κάνει το σήριαλ και την καταγγελία του: τόσοι άνεργοι γιατροί μαζεμένοι σε ένα σπίτι…πρέπει να παρέμβει ο κύριος Αβραμόπουλος και να δώσει μια λύση στο μείζον θέμα των πτυχιούχων της ιατρικής που όσο περνάει ο χρόνος θα μένουν στα αζήτητα.
Και για να μην είμαι τόσο χολερική, η καραγκιοζοποίηση του σκοτεινού κόσμου της νύχτας στα «Μαύρα μεσάνυχτα» μου φαίνεται πολύ πετυχημένη. Μέσα από τη λοξή ματιά και τις καλές ερμηνείες των ηθοποιών είναι η μόνη σειρά που παρακολουθώ φέτος φανατικά. Όσο για το τελευταίο ισπανοφερμένο «Χαρά αγνοείται», μπορώ να πω ότι είναι κατά τη γνώμη μου υποδειγματικά γυρισμένο, οι ηθοποιοί φαίνονται επαρκέστατοι στους ρόλους του, αν δε καταφέρει να κάνει κι ένα πιο ουσιαστικό σχόλιο στο φαινόμενο των εξαφανίσεων, αναδεικνύοντας τυχόν παθογένειες της ελληνικής οικογένειας και επαρχίας, θα είναι από τις ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς. Βέβαια, ελληνική τηλεόραση είναι αυτή, δεν είναι και Γκοντάρ. Αλλά και πάλι, περί ορέξεως….


Κι ενώ προς το παρόν κολυμπάει το τηλεοπτικό πλήθος μέσα στα συναισθηματικά ξέφτια χιλιοειπωμένων σεναρίων, ενώ για το μέλλον οι περισσότερες από τις μετριότατες -στην καλύτερη περίπτωση- σειρές θα αντικατασταθούν του χρόνου από αμερικανιές τύπου "αίμα-σπέρμα-όπλα" και από ξενέρτωτα σόου-αντίγραφα της Μπερλουσκονικής αηδίας, ήδη τα πλήγματα στην ποιοτική πλευρά αυτής της χαβούζας είναι πολλαπλά. Μετά τον Κούλογλου, ήρθε η σειρά του Βασιλόπουλου και της Μηχανής του χρόνου και τώρα πλέον και του Βαξεβάνη και του Κουτιού της Πανδώρας. Με τις υγείες μας, κύριοι.

buzz it!