
(To ξαναποστάρω γιατί είναι αρκούντως καλοκαιρινό και ανάλαφρο. Δυστυχώς αυτό το διάστημα προσπαθούσα να χτενίσω ένα παλιότερο θεατρικό μου και δεν έχω καμιά καινούργια, φρέσκια ιστορία να αφηγηθώ)
Η ιστορία έχει ως εξής: αποφασίσαμε κάποτε να περάσουμε τις διακοπές μας σε μια δροσερή βίλα στα ορεινά της Νίκαιας. Έβραζε ο τόπος στην Ελλάδα κι εμείς άρχοντες στην Γαλλία, χρειαζόμασταν τα βράδια κουβέρτα, άσε τα μακρυμάνικα που αναγκαστήκαμε να ξεθάψουμε από τον πάτο της βαλίτσας μας. Δροσιά που έμπαινε μέχρι μέσα στην ψυχή σου, ακόμη και στη δική μου που δεν φημίζεται για την ευκαμψία της, όπως έλεγε και μια παλιά μου γκόμενα.
Κοίταξε, από την αρχή δεν μου άρεσαν τα μούτρα τους. Ειδικά εκείνης. Άντε, ο άντρας της είχε κάτι το παιδικό στη συμπεριφορά του, που και πάλι μ’ έκανε να τον βλέπω με μισό μάτι –άντρας είσαι, ρε μαλάκα, δεν είσαι κάνα παιδαρέλι που πάει πρώτη μέρα στο σχολείο-, αλλά αυτή η γκιόσα μου στάθηκε στο λαιμό από την πρώτη μέρα. Αν ήταν να ξαναδιαλέξω, θα πήγαινα κάπου πιο φτωχικά και ταπεινά παρά σε τούτο το αριστοκρατικό προάστιο που είναι από έξω κούκλα κι από μέσα ζέχνει σαν πανούκλα. Αλλά ας όψεται το αίσθημα που ήθελε μεγαλεία και τα ρέστα.
Η Λίτσα, εξάλλου, ανέλαβε όλα τα διαδικαστικά, έψαξε στο ίντερνετ ως πιο τσακάλι στην τεχνολογία, βρήκε το «εξοχικό σπίτι δίπλα στο μεσαιωνικό χωριό Τουρέτ», αυτή έκανε και τις συνεννοήσεις στα αγγλικά, μια και ξέρει καλύτερα τη γλώσσα από μένα. Όλα καλά και άγια. Κλείσαμε και τα αεροπορικά για Νίκαια, νοικιάσαμε κι ένα μικρό σιτροέν για τις μετακινήσεις μας. Βασίλισσα η Λίτσα, όχι για να μην λένε και οι άλλες στο γραφείο ότι πάνε μόνο αυτές στην Ευρώπη. Σαν έφτασε η αποφράς ημέρα, ζωστήκαμε μπαγκάζια και βαλιτσάκια με όλες τι παραλλαγές των ρούχων –από θερινά μέχρι βαριά φθινοπωρινά-, πήραμε την πτήση μας και σε δυόμιση ώρες τριγυρνούσαμε στους δασωμένους δρόμους της επαρχίας alps-maritimes.
Εύκολα βρήκαμε το σπίτι και με το καλησπέρα σας, άρχισαν και τα όργανα. Μας υποδέχτηκε ο άντρας, ο Κλωντ που μας έδωσε μάλλον αδέξια το χέρι του, τουλάχιστον σε μένα. Και κάτι άλλο που μου έκανε εξ αρχής εντύπωση: η Λίτσα είναι μια πολύ σεξουαλική γυναίκα, θεωρητική πως το λένε, που δεν αφήνει κανέναν άντρα ασυγκίνητο· εννοώ ότι όλοι τα χάνουν σαν πρωτοβλέπουν ένα πόδι ενάμιση μέτρο και τα πλούσια μαύρα μαλλιά της που φτάνουν μέχρι τα τορνευτά καπούλια της. Αυτός ο Κλωντ, όμως, χαμπάρι δεν πήρε. Σκέφτηκα ότι μάλλον η γυναίκα του θα τον έχει υπό παρακολούθηση, για να διστάζει να ρίξει έστω και μια ματιά σε μια τέτοια γυναικάρα. Πάνω εκεί που σκεφτόμουν τα περί επιτήρησης του Κλωντ, νάσου έσκασε μύτη και η Κλωντίν, η σύζυξ. Κοίτα, ρε φίλε μου, πλάκα: Κλωντ και Κλωντίν, σα ντουέτο σε βαριετέ μου ακούστηκε, αλλά δάγκωσα τα χείλια μου, για να μην γελάσω την ώρα των συστάσεων κι έδωσα το χεράκι ευγενικά στην κοντοκουρεμένη πενηντάρα με το γερακίσιο μάτι. Η αρχική μου έκπληξη για τον Κλωντ, συνεχίστηκε με τη σύζυγο που με προσπέρασε βιαστικά και έπιασε το Λιτσάκι από την πλάτη για να της δείξει το σπίτι και τον κήπο.
Εντάξει, δεν είμαι κανένα ψώνιο, αλλά ξέρω ότι μετράω. Και δε νομίζω να περνάω απαρατήρητος, άντρας ένα ενενήντα με μαύρα μάτια, ωραίο χαμόγελο κι όλα τα μαλλιά μου, παρόλο που έχω πατημένα τα τριάντα εννιά. Αλλά η πενηντάρα ούτε να με φτύσει. Aυτοί οι αριστοκράτες εμάς τους παρακατιανούς μας έβλεπαν κάπως. Εντάξει, μας πέταξαν ένα ψίχουλο ευγένειας με τις χαιρετούρες και μετά μπουχός. Αλλά όχι και να μας αρχίσουν στις γρήγορες από την πρώτη σχεδόν μέρα. Γιατί με το που ξημέρωσε ο Θεός το πρωί, την ώρα που πήγαμε με το Λιτσάκι ωραία και καλά στη βεράντα να πάρουμε το πρωινό μας και να βάλουμε στο πλεμόνι μας λίγο καθαρό αέρα του βουνού, νάσου η γκιόσα μ’ ένα στραβό χαμόγελο.
- Ξέρετε, έχω αυτόν τον ξενώνα εδώ και πέντε χρόνια. Επένδυσα πολλά χρήματα για να τον φτιάξω και ήδη το σπίτι κοστίζει το διπλάσιο από την τιμή που το αγόρασα. Ήταν βέβαια λάθος μου που δεν άφησα στο δωμάτιό σας τους κανονισμούς της διαμονής σας εδώ, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Κάπου εκεί μέσα λέει και για τις ώρες κοινής ησυχίας στο σπίτι μας. Μελετήστε αυτό το φυλλάδιο μετά το πρωινό σας και τα ξαναλέμε. Αυτά μας είπε η Κλωντίν με μισοξυνισμένο ύφος κι έκανε μεταβολή κι έφυγε.
Τώρα να πω ότι δεν τα πήρα στο κρανίο, θα ήταν μάλλον ψέματα. Το ίδιο και η Λίτσα που με κοίταξε με το γνωστό ύφος του «κρατάτε με, θα την σκίσω». Αλλά είπαμε να κάνουμε το βλάκα για να μην χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας, με την πρώτη που ήρθαμε σε ξένο τόπο. Τελειώσαμε το πρωινό μας και πήραμε το κωλοφυλλάδιο μαζί με τη φωτογραφική μηχανή και τα μαγιό μας και την κάναμε για τα χαμηλά. Στη διαδρομή έφτιαξε η διάθεσή μας, όχι μόνο γιατί απολαμβάναμε τα μεσαιωνικά χωριά που συναντούσαμε, αλλά και γιατί η Λίτσα άρχισε να μου μεταφράζει τους «όρους για μια αγαστή συμβίωση στο σπίτι μας». Βρε αυτή, ούτε λίγο ούτε πολύ, ήθελε να κοιμόμαστε από τις δέκα, να μην κάνουμε μπάνιο μετά τις έντεκα το βράδυ, ως τις δέκα το βράδυ να κολυμπάμε και στην πισίνα, να στεγνώνουμε καλά μετά την πισίνα για να μην κάνουμε νερά στο σπίτι της, να μην τρώμε στο δωμάτιο, να μην καπνίζουμε παρά μόνο έξω και να μην κάνουμε χρήση του εσωτερικού του σπιτιού με εξαίρεση τον κήπο και την πισίνα.
-Εμ, λογικό να κάνει μούτρα η θεία, έτσι που φώναζες ρε Λιτσάκι χθες το βράδυ, είπα γελώντας. Τι νομίζεις; Η Κλωντίν είναι κύριος Επαμεινώνδας που στήνει αυτί κάθε βράδυ για ν’ ακούσει εσένα να αγκομαχάς; Να δεις σήμερα το βράδυ τι θα της κάνουμε. Όχι μόνο θ’ αγκομαχάς, αλλά θα φωνάζεις κιόλας. Να δούμε τι θα μας πει. Αν κάνει πάλι παρατήρηση, εγώ θα της πω ότι δεν γράφει πουθενά στο φυλλάδιο να μην ξεσκίζονται οι καλεσμένοι σας. Ω ρε γέλια που θα κάνουμε.
Πέρασε η μέρα με μπόλικες βόλτες σε Κάννες και Νίκαια, κάναμε και μπανάκι σε μια σχετικά ερημική παραλία και νωρίς το απόγευμα επιστρέψαμε. Δυο ώρες μετά, είχαμε το δεύτερο κρούσμα. Είπαμε να κάνουμε και μια βουτιά στην πισίνα πριν πάρουμε κάναν υπνάκο. Ήπιαμε μετά και τις βότκες μας και αφού κάναμε κεφάλι, ανεβήκαμε στο δωμάτιο. Θα είχε περάσει περίπου ένα μισάωρο και μας είχαν πιάσει οι ορέξεις στο κρεβάτι, όταν ακούσαμε ένα χτύπο στην πόρτα. Σκέπασα όπως όπως την Λίτσα, γιατί ο χτύπος γινόταν ολοένα και πιο επίμονος, φόρεσα ένα σορτσάκι και άνοιξα. Φυσικά στην πόρτα έστεκε η Κλωντίν με πιο ξινό ύφος από το πρωί και μου είπε στα γαλλοαγγλικά της ότι έπρεπε να διαβάσουμε προσεκτικά τις οδηγίες. Αν τις διαβάζαμε προσεκτικά, μου τόνισε σχεδόν δασκαλίστικα, δεν θα κάναμε τόσα νερά βγαίνοντας από την πισίνα, ούτε θα γεμίζαμε πατημασιές το σπίτι. Βέβαια, το χειρότερο ήταν ότι αφήσαμε ολόκληρες λίμνες στο διάδρομο, με αποτέλεσμα να γλιστρήσει η ίδια, με κίνδυνο να σπάσει το κεφάλι της. Εκείνη την ώρα, έτσι όπως είχα πιει κιόλας κι έβλεπα και τη Λίτσα λαχταριστή στο κρεβάτι, είπα να δώσω για δεύτερη φορά τόπο στην οργή. Σχεδόν έκλεισα την πόρτα στα πετρωμένα μούτρα της που είχαν σταθεί να κοιτάζουν την κουκουλωμένη Λίτσα, λέγοντας ότι δεν θα ξανασυμβεί και έτρεξα με γέλια στο κρεβάτι, πετώντας στον αέρα το σορτσάκι μου.
-Φαίνεται ότι ήρθε για την τρίτη και φαρμακερή παρατήρηση, είπε η Λίτσα με νόημα, σαν ακούστηκε ξανά ο χτύπος στην πόρτα, κάνα δίωρο μετά. Αλλά και συ δεν ήταν ανάγκη να ουριάζεις έτσι! Πάλι καλά που δεν ξέρουν ελληνικά, γιατί αλλιώς θα μας είχαν φωνάξει το Ηθών.
Αυτή τη φορά σηκώθηκα φουρτουνιασμένος, βάζοντας μπροστά το σεντόνι και αφήνοντας τη Λίτσα γυμνή. Ο έρημος ο Κλωντ κόντεψε να πάθει συγκοπή μπροστά στο θέαμα! Εμ, γυναικάρα η Λίτσα κι εγώ μαινόμενος ταύρος, αναμαλλιασμένος και σχεδόν γυμνός σαν κι εκείνη. Έμεινε να με κοιτάει για κάνα λεπτό και μετά, κομπιάζοντας, μας κάλεσε σε δείπνο μ’ ένα ακόμη ζευγάρι Άγγλων που είχαν μόλις φτάσει στον ξενώνα τους. Μέσα από τα δόντια του ζήτησε σχεδόν συγνώμη για την Κλωντίν που μερικές φορές το παρακάνει κι έκλεισε την πρόσκληση με μια ευχή να περάσουμε το υπόλοιπο των διακοπών μας ειρηνικά και αγαπημένα. Βέβαια αυτή η αναπάντεχη επίσκεψη μας άφησε και μας άφωνους. Μάλιστα η Λίτσα ήταν αρχικά αρνητική και είπε μισοαστεία μισοσοβαρά ότι η θεία μπορεί και να μας δηλητηρίαζε με την παέλα που είχε ετοιμάσει με δική της συνταγή για το αποψινό δείπνο. Αλλά κάτι η καλοκαιρινή μου διάθεση, κάτι η περιέργειά μου, την έπεισαν και νάσου βρεθήκαμε υπό το φως των κεριών να συζητάμε δίπλα στην πισίνα σα να μην έγινε τίποτε.
Γενικά δεν είμαι πουριτανός στο κρεβάτι. Έχω δοκιμάσει πολλά με πολλές και στα νιάτα μου υπήρξα ακόμη και πιο «κοινωνικός», αλλά αυτό έγινε άπαξ και μετά από πολλά σφηνάκια. Εντάξει, περισσότερο δικό μου ήταν το παιχνίδι με την τύπισσα που μετά ανακάλυψα ότι ήταν και γνωστή δημοσιογράφος. Με ψάρεψε με το συνοδό της στο μπαράκι, καλοστεκούμενη σαραντάρα αυτή εικοσιπεντάρης εγώ, πήγαμε στο κολωνακιώτικο σπίτι της και το κάναμε σαν τα σκυλιά. Ο άλλος ο έρημος έβλεπε και μετά κάτι πήγε να κάνει, μπροστά εγώ να κοιτάω κοκαλωμένος παρά το μεθύσι μου, αλλά τζίφος. Αυτή ήταν η εμπειρία μου από τις πιο ομαδικές απολαύσεις του σεξ και ποτέ δεν θέλησα να την επαναλάβω. Όσο για την Λίτσα, ήταν κορίτσι από σπίτι, παρότι έμοιαζε για ακόλαστη και αχόρταγη στο σεξ. Μόνο δυο τρεις σχέσεις είχε κάνει και παρόμοιοι πειραματισμοί της έφερναν αναγούλα και μόνο στη σκέψη. Άσε που πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία και είχε και σταθερό πνευματικό.
Πάλι καλά που κάτι τέτοια δεν τα πιάνει εύκολα, γιατί εγώ είδα πού πήγαινε η βραδιά. Οι Άγγλοι είχαν πιει τα άντερά τους κι έκαναν ήδη το πρώτο τσιγαριλίκι, ο Κλωντ με κοιτούσε με λάγνο βλέμμα και δεν έλεγε κουβέντα και η Κλωντίν είχε πιάσει στο μπίρι μπίρι την Λίτσα με κολλημένα τα μάτια της στο ντεκολτέ της. Φαντάσου πόσο θα σκύλιασαν, λοιπόν, όταν πήρα αγκαζέ τη δικιά μου που είχε ψιλομεθύσει και ανεβήκαμε στο δωμάτιο, όπου κι έγινε της κολάσεως. Την επόμενη μέρα το πρωί είχα την εντύπωση, έτσι που είχε καθαρίσει το μυαλό μου για τα καλά, ότι κάποιος είχε στήσει αυτί έξω από την πόρτα μας. Πολλά από κείνο το βράδυ είναι θολά και σα να θυμάμαι κόσμο να πηγαινοέρχεται σχεδόν πάνω απ΄ το κεφάλι μου. Ίσως, βέβαια, να είναι και της φαντασίας μου, μετά απ’ όσα γίνανε. Θα μου πεις ήταν και οι Άγγλοι στο δείπνο, αλλά τι να έκανε ο Κλωντ τον εξηντάρη Φρανκ και η Κλωντίν την πατσαβούρα Λουίζ που είχε από καιρό πατήσει τα σαράντα κι ας το ’παιζε τζόβενο;
Μετά την αποτυχία του δείπνου, το ζεύγος άρχισε να δείχνει για τα καλά τα δόντια του. Και το κακό είναι ότι η μπάλα πήρε και τους Άγγλους. Το επόμενο πρωί μας ξαναέκαναν παρατήρηση για το θόρυβο αργά το βράδυ και τα νερά που ακούγονταν να τρέχουν. Αν και είχα αποφασίσει να αντιδράσω, σκέφτηκα ότι με τη σιωπή μου θα έσκαγαν περισσότερο. Έτσι κι αλλιώς είχαμε ένα γεμάτο πρόγραμμα και την κοπανήσαμε από νωρίς. Αλλά το βράδυ είχαν την τιμητική τους οι Άγγλοι. Φαίνεται ότι ο γερο-Φρανκ με τη Λουίζ του τα είχαν πιει και είχαν καπνίσει και μπόλικο χόρτο και ξέχασαν τον υπ’ αριθμόν ένα κανόνα για κατάκλιση στις δέκα, με αποτέλεσμα να παραμείνουν στην πισίνα ως τις τρεις τα χαράματα. Μάλιστα ήταν τόσο χώμα που δεν υπάκουσαν σε καμία από τις διαταγές της δεσμοφύλακος Κλωντίν και τελικά επέστρεψαν στο δωμάτιό τους όποτε γούσταραν οι ίδιοι.
Καταλαβαίνεις τώρα τι γλέντια ακολούθησαν τη βραδινή κραιπάλη. Αφού πρώτα περιέλαβε εμάς η γκιόσα, πριν προλάβουμε να φάμε μια μπουκιά, μας εξιστόρησε τα καθέκαστα πηγαίνοντας όλο νεύρο πάνω κάτω στη βεράντα. Σαν ήρθε και το ζεύγος των παραβατών, το σόου συνεχίστηκε με πιο γαργαλιστικές λεπτομέρειες που έφτασαν μέχρι την απειλή ότι, αν επαναλαμβανόταν το σκηνικό, θα καλούσε την Αστυνομία. Η Λουίζ κάτι πήγε να πει, αλλά την έκοψε ο πιο συνετός Φρανκ που ζήτησε συγνώμη για το συμβάν κι έβαλε την κεφάλα κάτω για το υπόλοιπο του μαρτυρικού πρωινού υπό το άγρυπνο βλέμμα της έξαλλης και ξαγρυπνισμένης Κλωντίν.
Από κείνο το πρωί και μετά, όμως, άρχισε ο κλεφτοπόλεμος νεύρων με τους Άγγλους, που αν και αουτσάϊντερ, αποδείχτηκαν γερό χαρτί. Βλέπεις, εμάς τους Έλληνες μας θεωρούν γενικά υπανάπτυκτους και βαλκάνιους και άρα ήταν λογικό να μην μπορούμε να υπακούσουμε στους πολιτισμένους κανόνες του πολιτισμένου σπιτιού τους. Αλλά οι Άγγλοι; Μπορεί να μην ήταν λόρδοι, αλλά ήταν πολίτες μιας χώρας που είχε ανακαλύψει μαζί με τους Γάλλους τους καλούς τρόπους. Και δεν ήταν μόνο το δίδυμο Κλωντ και Κλωντίν που μας έβλεπε έτσι. Το πρώτο και μοναδικό βράδυ που μιλήσαμε με τους Άγγλους, ούτε λίγο ούτε πολύ μας είπαν ότι καλώς οι ιδιοκτήτες είχαν θέσει κανόνες, γιατί εξάλλου το σπίτι ήταν δικό τους και μεις οφείλαμε, θέλοντας και μη, να τους σεβαστούμε. Και τα έλεγε αυτά ο Φρανκ που το επόμενο κιόλας βράδυ έστησε το πανηγύρι στην πισίνα μέχρι τα χαράματα!
Μπορώ να πω ότι αυτές οι διακοπές μου φάνηκαν τότε απολαυστικές όχι μόνο για τα νέα μέρη που είδαμε, αλλά και για το αγγλογαλλικό ματς που παιζόταν καθημερινά μπροστά στα μάτια μας. Εμείς, από βασικός επιθετικός, καθίσαμε στον πάγκο και περιμέναμε την παράταση για να μας θυμηθούν. Οι αιώνιοι αντίπαλοι, όμως, δίνανε ρέστα στο πεδίο της μάχης. Έβηχε ο Φράνκ όλο το βράδυ, γκρίνια η Κλωντίν αρχικά και μετά και ο Κλωντ που έβαλε στο παιχνίδι, το επόμενο πρωί. Μπαγιάτικα κρουασάν τους σέρβιρε η υπηρεσία της κυρίας στο πρωινό, γέμιζε την πισίνα με τα αντηλιακά που παστωνόταν η Λουίζ χωρίς να ξεπλυθεί πρώτα στο ντους. Έσπερνε ο Φρανκ τα αποτσίγαρά του στον κήπο, χρησιμοποιημένες πετσέτες που έζεχναν έβαζε η γκιόσα στο μπάνιο τους.
Αυτός ο ανταρτοπόλεμος κράτησε τρεις τέσσερις μέρες και ξαφνικά ήρθε η έκρηξη από μέρους της Κλωντίν, όταν πρωί πρωί ο Φρανκ αποφάσισε να δοκιμάσει τα γκάζια της μηχανής του που δήθεν δεν έπαιρνε μπρος. Φυσικά ειπώθηκαν πράγματα έξω από τα δόντια και η κυρία, λιγότερο ο κύριος, μίλησαν για αστυνομίες και τα ρέστα. Ο Φρανκ που δεν ήταν κανένα μαλθακό παιδαρέλι τύπου Κλωντ, άνοιξε το στοματάκι του και τους στόλισε, γιατί βλέπεις οι ορέξεις της Κλωντίν άγγιξαν και τη δικιά του που, αν και χρόνια χασικλού, ήταν κατά τα άλλα καλό κορίτσι και δεν έκανε τέτοια. Θα έρχονταν στα χέρια η Λουίζ με την αντρογυναίκα Κλωντίν, αν δεν έμπαινα εγώ στη μέση, λέγοντας ότι η αστυνομία που σίγουρα θα καλούσαν οι γείτονες, εύκολα θα έβρισκε τα χειροποίητα τσιγάρα τόσο στα πράγματα των Άγγλων όσο και στο σπίτι των Γάλλων μερακλήδων. Άπαντες το βούλωσαν με τη μια και οι μεν Άγγλοι την έκαναν με τη μηχανή τους, οι δε Γάλλοι χάθηκαν στα ενδότερα της πολυτελούς βίλας τους.
Από κει και πέρα δεν ξέρω τι έγινε. Εμείς φύγαμε την επόμενη μέρα το πρωί και με το ζόρι συναντήσαμε τον Κλωντ που ήρθε παραμάσχαλα μ’ ένα βιβλιαράκι, όπου οι επισκέπτες τους έγραφαν τα απομνημονεύματά τους στο εξοχικό στρατόπεδο συγκέντρωσης της Κλωντίν, υποθέτω με την απειλή περιστρόφου. Έγραψε και το Λιτσάκι δυο κουβέντες τυπικές, από φόβο, όπως έλεγε γελώντας αργότερα, μπας και βγει με κάνα μαστίγιο η Κλάους Μπάρμπι και μας αρχίσει στις βουρδουλιές. Εγώ, βέβαια, δεν συμφώνησα που καρφίτσωσε την επαγγελματική της κάρτα με τόσα τηλέφωνα και στοιχεία, αλλά μου είπε ότι είχε δει να το κάνουν όλοι οι προηγούμενοι.
Για το φονικό μάθαμε από τις εφημερίδες στην πατρίδα. Η γαλλική αστυνομία δεν μας κάλεσε ως βασικούς μάρτυρες, γιατί τα πτώματα βρεθήκανε δυο μέρες μετά την αναχώρησή μας. Ο ιατροδικαστής, έγραψαν οι εφημερίδες, διαπίστωσε ότι βρήκαν τραγικό θάνατο από ένα κοκτέιλ ψυχοφαρμάκων και ηρωίνης, ενώ στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι τους κάπνιζαν ακόμη μισοτελειωμένα δύο τσιγαριλίκια. Να σου πω την αλήθεια, δεν είχα τους Άγγλους για εξαρτημένα πρεζόνια. Εντάξει, καπνίζανε χόρτο όταν έρχονταν στα κέφια, αλλά τόσο ο Φρανκ όσο και η Λουίζ δεν είχαν αυτό το θολό, χλαπατσαδουριασμένο βλέμμα που έχουν οι χρόνια εξαρτημένοι από τα χημικά ναρκωτικά.
Γίνανε ανακρίσεις, αλλά το ζεύγος Κλωντ-Κλωντίν την έβγαλε καθαρή. Βέβαια, τους πήραν την άδεια του ξενώνα, γιατί ακούστηκαν και γι’ αυτούς οι ιστορίες με το χασίς δίπλα στην πισίνα, και άλλοι, ένοικοι παλιότερα, κατέθεσαν ότι οι καθωσπρέπει ιδιοκτήτες κάπνιζαν που και που, ειπώθηκαν αρκετά και για τον αυταρχικό χαρακτήρα της οικοδέσποινας, αλλά ως εκεί. Κανείς δεν συνέδεσε το φονικό με κάποιον αυτουργό. Στο τέλος, όλοι μιλούσαν για θάνατο από υπερβολική δόση. Αυτή ήταν η επίσημη εκδοχή της αστυνομίας και δη του διοικητή του τμήματος της πόλης όπου υπαγόταν η Τουρέτ, του κ. Βεσνάν που σύχναζε με τη σύζυγό του στο εξοχικό των Γάλλων, όπως μου κοκορευόταν σε κείνο το μοναδικό δείπνο η Κλωντίν. Όλα επανήλθαν στους κανονικούς τους ρυθμούς στο ειδυλλιακό μεσαιωνικό χωριό, στολίδι της περιοχής και από τα ωραιότερα της Γαλλίας. Κι έμεινα μόνο εγώ να μιλάω για περίεργους θανάτους και φονικό, για πληρωμένες μαρτυρίες κι ένοχη σιωπή όλων των ενεχόμενων για να μην δυσφημιστεί ο τόπος. Ποιος να με πίστευε αν τους έλεγα ότι τζάμπα πήγαν οι άνθρωποι, για ένα τερτίπι, μια παραξενιά του γαλλικού σαβουάρ-βίβρ απέναντι στο φλέγμα των εγγλέζων; Πώς ν’ αποδείκνυα ότι η γκιόσα τους έφαγε, άγνωστο πώς, ίσως βάζοντας τα δηλητήρια στο χυμό λεμονιού που είχαν στο κοινόχρηστο ψυγείο οι Άγγλοι για ν΄ αραιώνουν τη βότκα τους; Και πώς να έπειθα κανέναν με την κατοπινή μου βεβαιότητα ότι οι θάνατοι αυτοί απελευθέρωσαν κάποιες άλλες ζωές που μούχλιαζαν χρόνια στο λουσάτο σπιτικό τους;
Μετά από δύο χρόνια που ξαναβρέθηκα στην περιοχή, η υπόθεση είχε ξεχαστεί. Ρώτησα έναν ντόπιο για το τι απόγιναν οι παλιοί μου οικοδεσπότες. Δεν θα μου μιλούσε ανοιχτά, αν δεν σύχναζα για μέρες στο μαγαζί του αγοράζοντας καπνό κι αμέτρητα μπουκάλια κρασί. Μου είπε ότι λίγους μήνες μετά το συμβάν με τους Άγγλους πούλησαν τον ξενώνα. Μια κοινή γνωστή τους έμαθε ότι το ζεύγος χώρισε με συνοπτικές διαδικασίες. Κι ένας άλλος από το χωριό είδε τον Κλωντ να περπατάει χεράκι-χεράκι με ένα νεαρό κάπου στην Σίτγιες, τρελό χωριό-δορυφόρο της Βαρκελώνης όπου έβρισκαν στέγη οι γλεντζέδες ομοφυλόφιλοι. Σκέφτομαι τώρα πια ότι ξέγνοιαστος θάταν σίγουρα κι αλαφρωμένος αυτός ο δόλιος, ακόμη κι αν χρειάστηκε να το κερδίσει κι αυτό με εκβιασμούς, όχι για τα λεφτά, όσο για την ελευθερία του με τίμημα βαρύ, ένα φονικό που έπρεπε να ξεχάσει, για να προστατέψει τη μητέρα των παιδιών του αλλά και τη δική του πολύπαθη ανεξαρτησία. Όσο για το πρώην έτερο ήμισυ, την καπάτσα Κλωντίν, κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε. Κανείς, βέβαια, εκτός από την Λίτσα μου, ή μάλλον την πρώην Λίτσα μου.
Εδώ κολλάει και το δικό μου δράμα. Γιατί τζίφος η Λίτσα λίγους μήνες μετά το ταξίδι μας. Κρυμμένος θησαυρός μου το έπαιζε και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Και καλά στα σεξουαλικά τα πηγαίναμε και δώρα της έκανα και ξαφνικά ταξιδάκια πηγαίναμε και είχα πάρει και κείνο το μονόπετρο για να κάνω την πρόταση, μιας κι αποφάσισα επιτέλους να κατασταλάξω κι εγώ. Και είπαμε, είμαι άντρας που μετράω, γαμώτο, κι όχι κάνα χάπατο. Και ακριβό αμάξι διαθέτω και μπέσα έχω και καλό όνομα στην πιάτσα. Την σεβάστηκα την Λίτσα και δεν της πούλησα φούμαρα κι αυτή εξαφανίστηκε.
Μόνο μια πρώην συνάδελφός της μου είπε κάτι που για πρώτη φορά με ταρακούνησε. Την πήρε τηλέφωνο, λέει, από Γαλλία, από Παρίσι μεριά και της ζήτησε κάτι εκκαθαριστικά μισθοδοσίας για ν’ ανοίξει, λέει, δική της επιχείρηση. Η Λίτσα δική της επιχείρηση; Από πού κι ως πού; Άλλα στοιχεία δεν μπόρεσα να βρω και δεν θέλω να φαίνεται ότι παρακαλάω. Όχι εγώ, που έτσι να κάνω, χίλιες θα έρθουν γονατιστές. Βέβαια, γι’ αυτό κι έκανα το ταξιδάκι μου πίσω στα μέρη τα παλιά κι έμαθα και τα καθέκαστα. Αλλά δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη, μέχρι που άκουσα και κάτι άλλο, ρε φίλε, που με έστειλε. Αυτό το τελευταίο το άκουσα αυτές τις μέρες. Είδε, λέει, ένα φιλικό ζευγάρι στο ταξίδι του μέλιτος σε ένα μακρινό, εξωτικό μέρος τη Λίτσα αγκαλιά με μια τύπισσα με κοντό μαλλί και γερακίσιο βλέμμα. Η Λίτσα μου αγκαλιά με την γκιόσα. Η πρώην Λίτσα μου.
